Δημήτρης Φωτιάδης: Ο ιστορικός με την Κυπαρισσιώτικη ρίζα- Το έργο και οι περιπέτειές του - KYPARISSIANEWS.COM Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

KYPARISSIANEWS.COM  Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

24ΩΡΗ ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ-ΤΡΙΦΥΛΙΑ- ΜΕΣΣΗΝΙΑ

ΠΡΩΙΝΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΣΤΙΣ 8

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

Δημήτρης Φωτιάδης: Ο ιστορικός με την Κυπαρισσιώτικη ρίζα- Το έργο και οι περιπέτειές του

 


Δεν είναι εύκολο να γράψεις για μία πνευματική προσωπικότητα του μεγέθους του Δημήτρη Φωτιάδη, αλλά επειδή επιθυμία μου είναι να καταγράφω πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα της Κυπαρισσίας, θα το αποτολμήσω συντομευμένα.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ Κ. ΣΤΡΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Με την Επανάσταση των Ελλήνων 1769-1770, τα Ορλωφικά, με τις εκατοντάδες των νεκρών Ελλήνων και Τουρκαλβανών στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), την ολιγόμηνη απελευθέρωσή της, την επανακατάληψή της από τους Τουρκαλβανούς, τις σφαγές, τις καταστροφές, τους εμπρησμούς και τους διωγμούς που ακολούθησαν οι Αρκαδινοί με ότι μέσο μπορούσαν, οδοιπορικώς ή με πλεούμενα, σκόρπισαν όπου γης. Ένας από αυτούς ήταν και ο Φώτης Σαράτσης με την οικογένειά του που με πολύ ταλαιπωρία έφθασε στην Ιωνία και εγκαταστάθηκε στο μικρό χωριό Σεβντίκιοϊ πλησίον της Σμύρνης.

Στη νέα τουρκοκρατούμενη πατρίδα άλλαξε το επίθετό του και έγινε Φωτιάδης, προφανώς για να χαθούν τα ίχνη του από την επαναστατική του δράση στα Ορλωφικά. Τον παππού τού ιστορικού συγγραφέα τον έλεγαν Δημήτρη και τον πατέρα του Αλέκο. Ο παππούς είχε τρία αδέλφια, έναν από αυτούς τον έλεγαν Αναστάση και είχε καφενείο πάνω σ’ ένα καράβι. Ένα τυχαίο γεγονός το 1854, όπου μια σοροκάδα (δυνατός νότιος αέρας) ζάλισε και προκάλεσε εμετό στον ταξιδεύοντα Σαΐντ Μπέη, γιο του Μωχάμετ Αλή, αντιβασιλέα και Πασά της Αιγύπτου υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, του οποίου θετός γιος ήταν και ο Ιμπραήμ Πασάς που αιματοκύλησε και έκαψε την Πελοπόννησο 1825-1828. Ο Σαΐντ επισκέφτηκε το καφενείο του Αναστάση και ζήτησε μία λεμονάδα, του την προσέφερε, την ήπιε και συνήλθε. Ύστερα από λίγες ημέρες φώναξε τον Αναστάση να τον ευχαριστήσει, παίξανε και τάβλι, ο Αναστάσης του ευχήθηκε να γίνει και πασάς, και αυτός του απάντησε «αν γίνω, να έλθεις να με βρεις». Η ευχή έπιασε, τον ίδιο χρόνο 1854 πεθαίνει ο Αμπάς Χιλμή Πασάς και ηγεμόνας της Αιγύπτου ανακηρύχθηκε ο Σαΐντ, ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, απεδείχθη δραστήριος και προοδευτικός. Κάλεσε τον Γάλλο μηχανικό Φερδινάνδο Λεσσέψ και διάνοιξε την διώρυγα του Σουέζ που ενώνει τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα, ο οποίος είναι ο μηχανικός που διάνοιξε και την διώρυγα της Κορίνθου. Ο Σαΐντ θυμήθηκε τον καφετζή της Σμύρνης Αναστάση Φωτιάδη που του είχε ευχηθεί να γίνει και πασάς και τον κάλεσε στην Αλεξάνδρεια και του ανέθεσε την τροφοδοσία του Σαραγιού, αυτός κάλεσε τον αδελφό του Δημήτρη για να τον βοηθήσει.

  Το 1863 πεθαίνει ο Σαΐντ και ηγεμόνας της Αιγύπτου αναλαμβάνει ο Ισμαήλ (ίσχυε στην Αίγυπτο το κληρονομικό δικαίωμα) γιος του γνωστού Ιμπραήμ Πασά, ο οποίος εμπιστεύεται τον Δημήτρη Φωτιάδη σε όλα και τον στέλνει στο Παρίσι για να προμηθεύσει την επίπλωση του παλατιού. Όπως γράφει ο συγγραφέας εγγονός του Δημ. Φωτιάδης, έγινε πάμπλουτος. Φεύγει και έρχεται στην Ελλάδα με 200.000 χρυσές λίρες, ποσό ικανό να ζήσουν άνετα τα παιδιά και τα εγγόνια του. Οι συγγενείς τον συμβουλεύουν «να μην ακουμπήσει τα λεφτά του στην ψωροκώσταινα και πάνε στράφι τα κόπια του».

Επιστρέφει το 1872 στη Σμύρνη και αγοράζει το κτήμα του Έλληνα τσιφλικά Μπαλτατζή 60.000 στρέμματα κάμπος και 10.000 βουνοπλαγιές δενδροφυτεμένες και ένα διώροφο σπίτι που παραθέριζε. Στο κτήμα αυτό εργάζονταν δεκάδες εργάτες. Στο Σεβντίκιοϊ έκτισε μεγαλοπρεπέστατο μέγαρο 40 δωματίων με μεγάλο κήπο στον οποίο υπήρχαν 12 αγάλματα που παρίσταναν τους 12 μήνες και τα 4 μεγαλύτερα συμβόλιζαν τις 4 εποχές του χρόνου.

Ακόμη έκανε οικοδομές στη Σμύρνη, όπως και το μεγαλύτερο κτίριο μέχρι την καταστροφή της. Εκεί πεθαίνει από καρδιακή προσβολή το 1886. Είχε δύο κόρες και έξι αγόρια, μεταξύ αυτών και τον Αλέκο, πατέρα του ιστορικού για τον οποίο θα γράψω παρακάτω.

Με την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αρχίζουν οι περιπέτειες της οικογένειας. Ο Αλέκος Φωτιάδης προβλέποντας τι θα επακολουθήσει παίρνει την οικογένειά του και έρχεται στην Ελλάδα. Για μικρό χρονικό διάστημα εγκαθίσταται στην Αθήνα και από εκεί στην Καλαμάτα. Επιστρέφει πάλι στην Αθήνα όπου η πολιτική κατάσταση είχε πολύ οξυνθεί και είχε πάρει επικίνδυνες διαστάσεις μεταξύ Βενιζελικών και Βασιλικών. Η οικογένεια ήταν Βενιζελική και οι οπαδοί του Βενιζέλου ήταν σε διωγμό, ακόμη και αναθέματα γινόντουσαν από τον κλήρο. Τρομοκρατημένος ο Αλέκος Φωτιάδης, με την βοήθεια των Γάλλων φεύγει με την οικογένειά του από τον Πειραιά για την Κρήτη, και καταλήγει στα Χανιά. Εκεί με Κρητικούς εκδίδει την εφημερίδα «Θέρισσος». Η οικογένεια, με την κατάληψη της Σμύρνης από τον Ελληνικό στρατό το 1919, επανέρχεται σ’ αυτή και ο ιστορικός Δημ. Φωτιάδης κατατάσσεται εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και μάχεται στον τόπο που γεννήθηκε.

Τον Αύγουστο του 1922 με την Μικρασιατική καταστροφή, οι Τούρκοι καίνε, σκοτώνουν και βιάζουν γυναίκες, ο ένδοξος Ελληνικός στρατός με τσακισμένα τα φτερά φεύγει ταπεινωμένος «οίκαδε».

Όταν η Σμύρνη καίγετο 27-30 Αυγούστου, οι Τούρκοι στρατιώτες και πολίτες λεηλατούσαν ότι ελληνικό, και οι δρόμοι διάσπαρτοι από πτώματα φρικωδώς παραμορφωμένα, και ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος το βράδυ της 27ης Αυγούστου εύρισκε μαρτυρικό θάνατο από το βάρβαρο πλήθος, ο πατέρας Αλέκος είναι άρρωστος για εγχείριση στη Βιέννη. Ο Δημήτρης, η μάνα του η αδελφή του, σύζυγος έλληνα αξιωματικού, και η παραδουλεύτρα Στέλλα κατορθώνουν και φθάνουν στο Κορδελιό. Με προτροπή της μάνας του, ο Δημ. Φωτιάδης με ένα ελληνικό ρυμουλκό φεύγει για την Θεσσαλονίκη. Μετά από ένα μήνα φθάνουν εκεί και η μάνα του, η αδερφή του και η ψυχοκόρη. Με όλα αυτά που συνέβησαν έχασαν τα πάντα και από πλούσιοι έγιναν φτωχοί.

Για την καταστροφή της Σμύρνης, ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει «Απεγνωσμένη γίνεται η προσπάθεια να βρει ο κόσμος κάποια βάρκα για να φθάσει στα ξένα πολεμικά. Ναύτες από αυτά έχουν σχηματίσει μικρές ζώνες στην προκυμαία για να βοηθήσουν τους υπηκόους τους. Πολλοί Ρωμιοί πέφτουν στη θάλασσα και κολυμπώντας φτάνουν ως τα πλοία. Βίαια τους απωθούν, ρίχνοντάς τους ακόμα και ζεματισμένο νερό, και αρκετοί πνίγονται. Τα τουμπανιασμένα πτώματά τους επιπλέουν και τα κύματα τα κτυπούν στο μόλο της προκυμαίας. Περνάνε από την προκυμαία αιχμαλώτους Έλληνες στρατιώτες. Τους έχουν πάρει όλα σχεδόν τα ρούχα και τα άρβυλα. Τα μόνα που φοράνε είναι εκείνα τα μακριά στρατιωτικά σώβρακα και κάποια κουρελιασμένη φανέλα. 

Από τις δύο πλευρές Τούρκοι καβαλάρηδες τους οδηγούσαν σαν πρόβατα στο σφαγείο μαστιγώνοντάς τους». Και πιο κάτω γράφει «Η Μικρασιατική καταστροφή στάθηκε συμφορά όχι μονάχα πιο τραγική από την Άλωση της Πόλης το 1453, μα και πιο αποφασιστική για την μοίρα του Ελληνισμού. Η εκτίμηση αυτή είχε γίνει αποδεκτή από τους δικούς μας και τους ξένους.».

Από τη Θεσσαλονίκη κατεβαίνουν στην Αθήνα και σε ηλικία 28 ετών το 1926 παίρνει το τρένο με τη νοσταλγία και τις μνήμες πέντε γενεών και κατεβαίνει στην Κυπαρισσία αναζητώντας τις ρίζες του, να ξαναζωντανέψουνε αυτά που κουβαλούσε μέσα του. Ρώτησε αν υπάρχουν Σαράτσηδες, έμαθε ότι υπάρχουν στην Άνω Πόλη, ανεβαίνει και κτυπά στην εξώπορτα και βρέθηκε όπως γράφει, μπροστά σε μια γριούλα ογδόντα χρόνων, την κυρά Χάιδω, σύζυγος Φωτίου Σαράτση το γένος Καρατσάμη, αδελφή του συμβολαιογράφου Τάση Καρατσάμη. Της είπε ποιος είναι, «παιδί μου» του λέει και τον αγκαλιάζει. Κάθισαν στο λιακωτό και τα λέγανε. Φαίνεται ότι η κυρά Χάιδω γνώριζε αυτά που είχαν συμβεί το 1770. Όπως γράφει στα «Ενθυμήματα» του «ήταν σαν να γίνηκε προχθές ο μεγάλος χωρισμός, αν και είχαν περάσει 156 χρόνια». Εν μέσω συγκινήσεων τον φίλεψε μέλι και μυζήθρα κάτι που προσφερόταν σε πολύ αγαπημένα πρόσωπα, «και όλο με ρώταγε για τον παππού μου που δεν τον γνώρισα, για τον πατέρα μου και ένα σωρό άλλα για τη ζωή μας πριν την καταστροφή.

Και τώρα με την προσφυγιά πως τα βολεύετε;

Σαν πρόσφυγες γιαγιά Χάιδω.

Κουράγιο, μου είπε πιάνοντας το μπράτσο.

Της φίλησα το χέρι και έπειτα η ματιά μου ανάδεψε κοιτάζοντας πέρα τα κυπαρίσσια του κοιμητηρίου του Αγίου Δημητρίου (είναι το κοιμητήριο που έκαψε ο Ιμπραήμ Πασάς την 21η Μαΐου 1825, ο πατέρας του Ισμαήλ ευεργέτη του παππού του) και το απέραντο πέλαγος και τα μάτια μου θάμπωσαν από την ωραιότερη δύση που είδα στη ζωή μου.

Οι ώρες που πέρασα μαζί της μένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου, τόσο ζωντανές ωσάν να βρίσκονται πέρα από το χθες, το σήμερα και το αύριο».

Ο Δημήτρης Φωτιάδης πολύ γρήγορα έδωσε δείγματα του συγγραφικού του ταλέντου. Το 1931 παίρνει το Α’ βραβείο στον Καλοκαιρίνειο Δραματικό Διαγωνισμό με το έργο του «Μάνια Μήτροβα». Και το 1932 το βραβείο της Λέσχης Καλλιτεχνών «Ατελιέ» με το έργο «Μαγεμένο βιολί». Το 1983 το Α’ Κρατικό Βραβείο για το τρίτομο έργο του «Ενθυμήματα». Πριν από τον πόλεμο του 1940 διεύθυνε το Λογοτεχνικό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» (1936-1941).

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατέφυγε στην Αίγυπτο, και από εκεί στο Λονδίνο όπου διετέλεσε υπεύθυνος προγράμματος για τις ραδιοφωνικές εκπομπές της εξόριστης στο Λονδίνο Ελληνικής Κυβέρνησης από το σταθμό BBC (1942-1945).

Το 1943 τις ημέρες της Κατοχής και της πείνας πεθαίνει ο πατέρα του Αλέκος, σε ηλικία 73 χρόνων, για τον οποίο θα γράψω παρακάτω.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Δημ. Φωτιάδης διεύθυνε το εβδομαδιαίο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (1945-1948) αριστερής τοποθετήσεως και λόγω του εμφυλίου πολέμου αρχίζει γι’ αυτόν μια νέα περιπέτεια. Το 1949 εξορίζεται στην Ικαρία, Μακρόνησο, Άη Στράτη. Όπως γράφει, η περιπέτειά του αυτή του στάθηκε σχολείο να γνωρίσει τον εαυτό του και τους άλλους. Στην «πνευματική του Διαθήκη» γράφει: «Ο βίος μου κυλάει ανάμεσα από αρκετές ταπεινότητες. Υπάρχουν όμως και τα πολύχρωμα λουλούδια, το κύμα που σβήνει στις ακρογιαλιές, οι πορφυρένιες δύσεις, ο μπάτης που μέσα στην κάψα του καλοκαιριού δροσίζει την ψυχή μας, τ’ αηδόνια ορχήστρα της ερήμου, το φιλικό χαμόγελο, οι γεμάτες γαλήνη φεγγαρόλουστες νύκτες» και καταλήγει «Ζύγισε το καλό και το κακό που υπάρχει ανάμεσά μας. Η πλάστιγγα θα γείρει  προς το μέρος του καλού.».

Εξόριστος έμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1950. Στη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 τα βιβλία του απαγορεύτηκαν να κυκλοφορούν.

Τα επόμενα χρόνια η συγγραφική του δράση είναι πλούσια και την οποία θα παραθέσω παρακάτω. Γράφεται ότι απέφευγε να μιλήσει πολιτικά, μιας και δεν έβλεπε κάτι ευχάριστο για την ιδεολογία του, μια φορά ψιθύρισε σε ομοϊδεάτες του μονολογώντας «τη φωτιά την ανάβουμε για να μαγειρέψουμε ή να ζεσταθούμε και όχι να κάψουμε τα δάκτυλά μας ή την καλύβα μας».

Το 1983 ο Δημ. Φωτιάδης εξέφρασε την επιθυμία να ταφεί στη γη των προγόνων του, στην παλιά Αρκαδιά, που κρατούσε με ζήλο μέσα του. Τον ίδιο χρόνο ο Σύλλογος των Εν Αθήναις Κυπαρισσίων «Αρκαδιά», στις 20-4-1983 στην αίθουσα της εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, σε μια θαυμάσια εκδήλωση, τον έκανε μέλος του Συλλόγου. Πέντε χρόνια αργότερα, στις 29 Μαΐου 1988, ο Δήμος Κυπαρισσίας σε τιμητική εκδήλωση τον ανακήρυξε Επίτιμο Δημότη του. Από του βήματος, στον ευχαριστήριο λόγο του, ο Δημ. Φωτιάδης ζητά να του παραχωρηθεί τάφος στο ιστορικό κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου και ο Δήμος ικανοποίησε την επιθυμία του. Ήταν μια από τις πολύ καλές ημέρες της Κυπαρισσίας, όλα έγιναν σε μια θαυμάσια ατμόσφαιρα. Όπως γράφει ο συγγραφέας και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Διον. Πιτταράς «όλα αυτά έκαναν τον Δημ. Φωτιάδη να πει ότι ήταν η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής του, ότι αυτό που έγινε στην Κυπαρισσία γι’ αυτόν αποτελούσε τη μεγαλύτερη τιμή που γνώρισε στη ζωή του».

Περίπου 6 μήνες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου 1988 στις 12:10 το μεσημέρι, άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Ήταν πρόσχαρος από το πρωί και χαριεντίζετο με την καλή του σύζυγο Κατίνα. Είχε γεννηθεί στη Σμύρνη το 1848. Την είδηση του θανάτου του την πήρε ο αέρας στα φτερά του και την μετέφερε παντού. Ο Δήμος Μεσολογγίου που τον είχε ανακηρύξει Επίτιμο Δημότη της πόλης το 1953, η τότε Δημοτική του Αρχή ζήτησε από τη σύζυγό του να τον ενταφιάσουν στην Ιερή Πόλη, στον Κήπο των Ηρώων, από ευγνωμοσύνη για το βιβλίο του το «Μεσολόγγι», και αυτή τους είπε ποια ήταν η επιθυμία του μεγάλου νεκρού.

Στις 10 το πρωί την επόμενη ημέρα στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία. Στις 11 π.μ. τον μετέφεραν στην νεκροφόρα για το τελευταίο του ταξίδι στην Κυπαρισσία. Και στις 5 έφθασαν στην Κυπαρισσία και στον Ναό της Αγίας Τριάδος όπου τον διανυκτέρευσαν συγγενείς και φίλοι. Και την επόμενη ημέρα έγινε η ταφή του, παρουσία των Αρχών και πλήθος κόσμους , και με όλες τις τιμές που άρμοζαν στον μεγάλο νεκρό, στη γη των προγόνων του, για τον αιώνιο ύπνο χωρίς όνειρα, λίγες δεκάδες μέτρα νοτιότερα του κάστρου των Γιγάντων ν’ αγναντεύει το γαλάζιο Ιόνιο πέλαγος που σ’ αυτό πριν 62 χρόνια είχε θαυμάσει την καλύτερη δύση που είχε δει,  όπως και την όμορφη Κάτω Πόλη.

Ο Δημ. Φωτιάδης άφησε μνήμη καλή και άσβεστη. Το συγγραφικό του έργο αναγνωρίζεται από τους πάντες και θεωρείται από τους κορυφαίους ιστορικούς της πατρίδας μας. Ήταν Ελληνολάτρης. Στο βιβλίο του «Όθωνος η έξωση» γράφει για την Ελλάδα «Ρίξε γύρω σου μια ματιά και κοίταξε τον τόπο μας ο γαλάζιος ουρανός, γαλάζια θάλασσα, γαλάζια τα βουνά του. Οι ηλιαχτίδες του ήλιου παίζουνε τις περισσότερες μέρες του χρόνου με το ασημί της ελιάς, με τις βελόνες των πεύκων, με τα κύματα της θάλασσάς μας και τις κολώνες του Παρθενώνα.».

Ο λογοτέχνης ομοϊδεάτης του Δημ. Κανελλόπουλος Μεσσήνιος γράφει για την προσφορά του Δημ. Φωτιάδη στα γράμματα «Ξέρουμε ότι το έργο του δεν υστερεί, ούτε πολύ περισσότερο, σε ποιότητα. Ωστόσο θα τον είχαμε αδικήσει, αν δεν συνεκτιμούσαμε επίσης και το όλο εύρος της λοιπής προσφοράς του στα νεοελληνικά γράμματα, στο χώρο όπου αφιέρωσε τη ζωή του και ξεδίπλωσε όλες τις ικανότητες και όλα τις αρετές του.».

Πλούσιο το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει έργα, θεατρικά, ιστορικά, ταξιδιωτικά, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, την αυτοβιογραφία του τρεις τόμους τα «Ενθυμήματα», πολλά δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Μεταξύ των άλλων, τα βιβλία «Ο κόσμος ανάποδα» (1937), «Θεοδώρα» (1945), «Μακρυγιάννης» (1946), «Καραϊσκάκης» (1947), «Μεσολόγγι» (1953), «Καραϊσκάκης» (1956), «Κανάρης» (1960), «Η δίκη του Κολοκοτρώνη» (1962), «Όθωνος η μοναρχία» (1963), «Όθωνος η έξωση» (1964), «Η επανάσταση του 1821» (1972), «Ο Σαγγάριος – Εποποιία και καταστροφή στην Μικρά Ασία» (1973), «Η 3η Σεπτεμβρίου 1843» (1974) κ.ά. Ήταν μέλος της Εταιρίας Θεατρικών Συγγραφέων και επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Αιωνία του η μνήμη.

Όπως έχω γράψει πιο πάνω, θα αναφερθώ με συντομία και στον πατέρα τού Δημ. Φωτιάδη, Αλέκο, ο οποίος ήταν σπουδαίος δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής. Γεννήθηκε το 1870 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και πέθανε στην Αθήνα το 1943. Μεγάλωσε στη Σμύρνη και τις εγκύκλιες σπουδές του τις έκανε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Μετά το τέλος αυτών, πήγε στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα Γαλλικής Φιλολογίας και μελέτησε φιλοσοφία και φυσικές επιστήμες.

Επιστρέφοντας στη Σμύρνη εκτός της διαχείρισης της περιουσίας του, επιδόθηκε σε κοινωνικές και άλλες δραστηριότητες. Δημιούργησε τον θεσμό των Πανιωνίων Αγώνων, σπουδαίοι αγώνες στίβου για την εποχή, κ.ά. Ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Πανιώνιος, που μετά την Μικρασιατική καταστροφή μεταφέρθηκε στη Νέα Σμύρνη Αθηνών, όπου συνεχίζει την δράση του σε πολλά αθλήματα και είναι από τους κορυφαίους αθλητικούς συλλόγους ης χώρας μας.

Είχε μεταφράσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και είχε δημοσιεύσει ποιήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά. Ένα από αυτά είναι δημοσιευμένο στην Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία το «Καλύβι», το οποίο μεταφέρω. Προφανώς το έχει εμπνευστεί από το διώροφο εξοχικό σπίτι που παραθέριζε στη Σμύρνη. Έγραψε τις ποιητικές συλλογές «ανοιχτά μυστικά» και «Μύθοι».


«Καλύβι»


Καλύβι ανεμοσάλευτο σαν πόσα δεν μου λέγει

Το βραδινό σου κάπνισμα και η χαμηλή σου στέγη

Στην ερημιά που ολόγυρα σε ζώνει πάντα μόνο


Μια μοίρα σαν επέρασε στην ερημή σου στράτα

Που ‘χε από πλούτη την ποδιά τα χέρια της γεμάτα

Είπε δεν βλέπω τίποτα, καλύβι, να σου λείπει

Δεν έχεις ούτε ένα σκαμνί για να καθήσει η λύπη.


Δημ. Κ. Στρατικόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:


Pages